Tα κτηνοτροφικά ψυχανθή σημαντικό κομμάτι για την κτηνοτροφία | Katerini News | Ειδήσεις Κατερίνη

Αποτελούν το «αντίδοτο» στις ακριβές εισαγόμενες ζωοτροφές που ευθύνονται για το υψηλό κόστος παραγωγής στην κτηνοτροφία, η καλλιέργειά τους προσφέρει σταθερό εισόδημα με μηδαμινό κόστος, ενώ στο πλαίσιο της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής 2014-2020 θα υποστηρίζονται με αγροτικές επιδοτήσεις.

Ο λόγος για τα κτηνοτροφικά ψυχανθή, οι «μετοχές» των οποίων έχουν ανέβει στα ύψη λόγω της έλλειψης ζωοτροφών στη χώρα μας. Αναμφίβολα, με την τιμή πώλησης να είναι διπλάσια από τα δημητριακά και το κόστος καλλιέργειας ελάχιστο, η ενασχόληση με τα κτηνοτροφικά ψυχανθή αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία.

Η χώρα μας είναι τραγικά ελλειμματική σε ζωοκομικά προϊόντα, με αποτέλεσμα να ξοδεύεται σχεδόν το σύνολο των χρημάτων που εισρέουν με τη μορφή της ενιαίας ενίσχυσης (αγροτικές επιδοτήσεις), στις εισαγωγές κρέατος από τις βόρειες χώρες. Προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση από τις μεγάλες εισαγωγές ζωικών προϊόντων που επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης μέσω σχετικών διατάξεων προωθεί την καλλιέργεια των κτηνοτροφικών ψυχανθών. Ιδιαίτερα δε, στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ, τα ψυχανθή θα υποστηριχθούν με ένα επιπλέον ποσοστό περίπου 2% μέσω της συνδεδεμένης ενίσχυσης.

Προ ημερών μάλιστα, ο υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Αθανάσιος Τσαυτάρης ανακοίνωσε ότι το υπουργείο έχει ολοκληρώσει την υπουργική απόφαση που περιγράφει για πρώτη φορά όλα τα είδη και τις ποικιλίες των ψυχανθών, όσπρια και κτηνοτροφικά, που μπορούν να καλλιεργηθούν με άριστες αποδόσεις στη χώρα μας.

Πρόκειται ουσιαστικά για έναν «οδικό χάρτη» των καλλιεργούμενων ειδών και ποικιλιών ψυχανθών, ο οποίος αναμένεται να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο για όλους όσοι ασχολούνται ήδη ή επιθυμούν να ασχοληθούν με την καλλιέργεια των ψυχανθών.

Για τη σημασία που δίνει το υπουργείο στην ενίσχυση της καλλιέργειας των ψυχανθών, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης έχει τονίσει ότι «τα κτηνοτροφικά ψυχανθή συνιστούν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι για την κτηνοτροφία. Στο ΥπΑΑΤ καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, έτσι ώστε να υποστηρίξουμε τα κτηνοτροφικά ψυχανθή».

ΤΑ ΟΦΕΛΗ
Καλύτερης ποιότητας γάλα και κρέας

Ως ζωοτροφές τα ψυχανθή είναι εξίσου απαραίτητα στον οργανισμό των κτηνοτροφικών ζώων με τα σιτηρά. Τα ζώα που τρέφονται με ψυχανθή έχουν ισορροπημένη διατροφή, κάνουν καλύτερης ποιότητας γάλα και κρέας. Η διατήρηση των ψυχανθών μετά την αποξήρανση είναι απλή με αποτέλεσμα να διατηρούνται σε απλές αποθήκες για αρκετό καιρό.

Η οικολογική σημασία των ψυχανθών είναι πολύ μεγάλη, επειδή συμβιώνουν στις ρίζες τους ειδικά αζωτοβακτήρια, τα οποία συλλέγουν το άζωτο από την ατμόσφαιρα, και επομένως είναι φυτά που δεν απαιτούν αζωτούχες λιπάνσεις. Λόγω του ότι τα ψυχανθή έχουν την ιδιότητα να αποθηκεύουν στις ρίζες τους άζωτο, το έδαφος που καλλιεργείται με τα ψυχανθή αποκτά γονιμότητα.

ΕΥΚΟΛΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥΣ
Τα πλεονεκτήματα από τα κτηνοτροφικά ψυχανθή

Την εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές σόγιας, για τις οποίες δαπανά τεράστια ποσά, μπορεί να μειώσει η καλλιέργεια ελληνικών κτηνοτροφικών ψυχανθών φυτών. Τα πλεονεκτήματα από την αντικατάσταση της σόγιας με ψυχανθή παραγόμενα στην Ελλάδα, όπως αναφέρει στις «Επαγγελματικές Ευκαιρίες» ο γεωπόνος Κ. Γάτσιος, είναι:

Θα υπάρξει αυτάρκεια της Ελλάδας σε ζωοτροφές. Τα εγχώρια κτηνοτροφικά ψυχανθή, όπως είναι τα μπιζέλια, τα ρεβίθια, τα κουκιά και ο βίκος, μπορούν να κάνουν τη χώρα μας σχετικά αυτάρκη όσον αφορά τις ζωοτροφές και λιγότερο εξαρτώμενη από την εισαγόμενη σόγια.

Δεν χρειάζονται αζωτούχα λιπάσματα. Τα ψυχανθή δεσμεύουν στις ρίζες τους το ατμοσφαιρικό άζωτο και λειτουργούν ως μέθοδος φυσικής λίπανσης καθώς και βελτίωσης της γονιμότητας του εδάφους, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της σπερματικής απόδοσης της επόμενης καλλιέργειας. Με τη μείωση των λιπάνσεων υπάρχει μεγάλο οικονομικό όφελος για τους αγρότες από τη μείωση του κόστους παραγωγής, το περιβάλλον, με τελικό αποδέκτη την υγεία των ανθρώπων και των ζώων.

Δεν χρειάζονται μεγάλες ποσότητες νερού αρδεύσεως. Μπορούν να αξιοποιηθούν εδάφη χαμηλής γονιμότητας, σε χαμηλές θερμοκρασίες και χωρίς πολύ νερό, επειδή μπορούν να καλλιεργηθούν το φθινόπωρο και να συγκομισθούν στις αρχές του καλοκαιριού. Είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά στην ξηρασία, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν και ως ποτιστικά (χρειάζονται μόλις 2 με 3 ποτίσματα).

Προστιθέμενη αξία προϊόντων. Αυξάνουν την προστιθέμενη αξία των ελληνικών ζωικών προϊόντων και ενισχύουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους στην εξαιρετικά ανταγωνιστική αγορά ζωικών προϊόντων.

Μπορούν να αντικαταστήσουν καλλιέργειες που σήμερα είναι μη ανταγωνιστικές. Μπορεί να γίνει η καλλιέργεια των ζωοτροφών σε εκτάσεις που προσφέρονται για τον σκοπό αυτόν και στις οποίες άλλες γεωργικές δραστηριότητες δεν είναι πλέον ανταγωνιστικές, όπως είναι π.χ. ο καπνός και το βαμβάκι.

Μπορούν να καλλιεργηθούν σε πολλά εδαφοκλιματικά περιβάλλοντα. Το ρεβίθι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα φυτού που μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλες τις περιοχές της χώρας μας, ειδικά σε ξηρικά χωράφια που παραδοσιακά καλλιεργούνταν με σιτηρά και τα οποία έχουν μειωμένη γονιμότητα επειδή έχουν εξαντληθεί από τη συνεχόμενη μονοκαλλιέργεια των σιτηρών.

Είναι φυτά που μπορούν να εμπλουτίζουν τα υποβαθμισμένα εδάφη της χώρας μας. Το 95,4% των ελληνικών εδαφών, εξαιτίας του κλίματος που επικρατεί, περιέχουν κάτω από 1,8% οργανική ουσία στο επιφανειακό τμήμα του εδάφους, δηλαδή είναι πολύ φτωχά. Η καλλιέργεια ψυχανθών είναι τρόπος εμπλουτισμού των εδαφών. Τα ψυχανθή, ως αζωτολόγα φυτά, αφήνουν πιο πλούσιο χωράφι, ενώ με τα υπολείμματα των ριζών τους αυξάνουν την περιεκτικότητα σε οργανική ουσία.

Δεν είναι μεταλλαγμένα φυτά. Οι εγχώριες ποικιλίες ψυχανθών, όπως είναι η μηδική, ο βίκος, τα κουκιά, τα ρεβίθια και τα μπιζέλια, δεν είναι μεταλλαγμένα, όπως είναι σε μεγάλο ποσοστό η εισαγόμενη σόγια.

Εχουν χαμηλό κόστος παραγωγής. Η καλλιέργεια γενικά των ψυχανθών χαρακτηρίζεται από χαμηλό καλλιεργητικό κόστος, επειδή δεν απαιτεί αζωτούχες λιπάνσεις αλλά και ψεκασμούς, ενώ τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται στην καλλιέργεια και τη συγκομιδή τους είναι τα ίδια με αυτά που χρησιμοποιούνται για τα σιτηρά.

Ανάδειξη ελληνικών ποικιλιών. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να βελτιώσει τις δικές της ποικιλίες και να αναδείξει τα τοπικά της προϊόντα. Απαραιτήτως πρέπει να προχωρήσει η χώρα μας στην πιστοποίηση του πολλαπλασιαστικού της φυτικού υλικού, σε όλα τα κτηνοτροφικά φυτά και κυρίως στα ψυχανθή.

Βιολογικό τριφύλλι
Εισόδημα για μία 5ετία με μία μόλις σπορά

Στροφή στη βιολογική καλλιέργεια τριφυλλιού, που καταγράφει καλύτερες οικονομικές επιδόσεις και δεν απαιτεί ιδιαίτερες καλλιεργητικές φροντίδες, παρατηρείται το τελευταίο διάστημα. Ενας εκ των βασικών λόγων που πολλοί παραγωγοί άρχισαν να δίνουν? ψήφο εμπιστοσύνης στην καλλιέργεια μηδικής είναι ότι προσφέρει εισόδημα για μια πενταετία με μία μόλις σπορά.

Η κοινή μηδική είναι ένα φυτό που κατάγεται από τη νοτιοδυτική Ασία και συγκεκριμένα από την περιοχή του Ιράν, του Ιράκ και του Τουρκμενιστάν. Στην Ελλάδα και στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο εισήχθη κατά τους ελληνοπερσικούς πολέμους, τον 5ο π.Χ. αιώνα.

Η μηδική είναι το σπουδαιότερο παγκοσμίως κτηνοτροφικό φυτό, γεγονός που οφείλεται στην υψηλή θρεπτική του αξία. Το χόρτο της μηδικής είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ανόργανα άλατα και βιταμίνες. Χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή στα σιτηρέσια βοοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και πουλερικών. Τα τελευταία χρόνια εξαπλώνεται διαρκώς η βιολογική καλλιέργεια της μηδικής, προς κάλυψη των αναγκών των βιολογικά εκτρεφόμενων ζώων, ο αριθμός των οποίων συνεχώς αυξάνεται.

Η καλλιέργειά της συγκεντρώνεται σήμερα σε ζώνες στο βόρειο ημισφαίριο, κυρίως ΗΠΑ, Καναδά, Ιταλία, Γαλλία, Κίνα, Ρωσία, και σε ορισμένες χώρες στο νότιο ημισφαίριο, όπως Αργεντινή, Χιλή, Ν. Αφρική, Αυστραλία και Ν. Ζηλανδία. Στη χώρα μας η παραγωγή εντοπίζεται κυρίως στις πεδινές περιοχές της Β. και Κ. Ελλάδας, αν και λόγω της μεγάλης προσαρμοστικότητάς της θεωρείται κατάλληλη για εγκατάσταση σε οποιαδήποτε περιοχή της Ελλάδας. Το 2006 η καλλιεργούμενη έκταση μηδικής στη χώρα μας ξεπέρασε τα 1.220.000 στρέμματα, ενώ η έκταση της βιολογικής μηδικής έφτασε το 2004 τα 58.032 στρέμματα.

Οι αποδόσεις σε χλωρό χόρτο κυμαίνονται γύρω στους 2 με 2,5 τόνους το στρέμμα. Το μεγαλύτερο όμως μέρος της παραγωγής διατηρείται υπό μορφή σανού με υγρασία κάτω από 20%. Οι αποδόσεις σε ξερό σανό φθάνουν τον 1,5 τόνο ανά στρέμμα. Η καλλιέργειά της διαρκεί 4-5 χρόνια. Η μέση τιμή ανέρχεται σε 0,2 ευρώ το κιλό.

Βίκος: Δεν έχει πολλές απαιτήσεις για την προετοιμασία του χωραφιού πριν από τη σπορά του. Η σπορά γίνεται στις βόρειες περιοχές της χώρας την άνοιξη, ενώ στις νότιες μπορεί να γίνει από το φθινόπωρο. Οι αποδόσεις του βίκου είναι 500-100 κιλά το στρέμμα σε σανό και 150-220 κιλά σε σπόρο, που πωλείται προς 0,16-0,18 ευρώ το κιλό, ενώ το κόστος καλλιέργειας φθάνει τα 40-50 το στρέμμα.

Κτηνοτροφικά μπιζέλια: Μπορούν να καλλιεργηθούν ως αρδευόμενη αλλά και ως ξηρική καλλιέργεια όπου υπάρχει επαρκής εδαφική υγρασία. Συγκομίζονται για σανό, ενσίρωμα, χλωρή νομή και για καρπό. Οταν καλλιεργούνται για σανό, συνήθως συγκαλλιεργούνται με κριθάρι ή σίκαλη. Η τιμή πωλήσεως των κτηνοτροφικών μπιζελιών είναι 0,16-18 ευρώ το κιλό, ενώ το κόστος εγκατάστασης είναι 40-50 ευρώ το στρέμμα. Η μέση παραγωγή σε καρπό είναι 220-250 κιλά το στρέμμα.

Κτηνοτροφικό ρεβίθι: Στη χώρα μας, μέχρι πρόσφατα το ρεβίθι καλλιεργούνταν αποκλειστικά ως όσπριο για ανθρώπινη κατανάλωση. Οι ανάγκες σε πρωτεΐνες των σιτηρεσίων των αγροτικών ζώων καλύπτονται είτε πρόκειται για μηρυκαστικά (βοοειδή, αιγοπρόβατα) είτε για μονογαστρικά (χοιρινά, πουλερικά) κυρίως με τη συμμετοχή στα σιτηρέσια του καρπού της σόγιας, που εισάγεται εξ ολοκλήρου σχεδόν από το εξωτερικό. Ο καρπός του ρεβιθιού μπορεί να αντικαταστήσει 100% τη σόγια στα σιτηρέσια των παραπάνω αναφερόμενων ζώων, με εξίσου άριστα αποτελέσματα στην παραγωγή κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων όπως με τη σόγια. Οι τιμές που μπορούν έχουν οι καρποί των κτηνοτροφικών ρεβιθιών είναι περίπου 0,15-0,17 ευρώ το κιλό.

Πηγή: www.agrocapital.gr