Ένα βιβλίο με αφηγήσεις των θρακιωτών που εγκαταστάθηκαν στην Πιερική γη | Katerini News | Ειδήσεις Κατερίνη

Στην έρευνα δύο φιλολόγων της πόλης για την ιστορική αποτίμηση της ζωής ενός ιστορικού συνοικισμού  (Αντώνης Γ. Κάλφας—Πάρις Α. Παπαγεωργίου, Ο Συνοικισμός Ευαγγελικών της Κατερίνης (1923-2000). Τοπική ιστορία και κίνηση των θρησκευτικών ιδεών. Πρόλογος Σάββα Αγουρίδη, Κατερίνη 2001, σ. 294)υπήρχε και η επισήμανση πως θα πρέπει στην έρευνα να αξιοποιηθούν και οι άλλες πλευρές της ιστορίας, της λεγόμενης μικροϊστορίας. Τέτοιες πλευρές είναι η  καθημερινή ζωή, οι μνήμες, η γειτονιά, οι συνοικισμοί, τα τοπία, ο ελεύθερος χρόνος, οι προφορικές μαρτυρίες, τα επαγγέλματα, η καθημερινή ζωή, οι εικόνες και τα βιώματα των ανθρώπων της πόλης ή της κοινότητας—εν προκειμένω της Κατερίνης.

Το σπουδαίο του εγχειρήματος για τη Θράκη βρίσκεται λοιπόν στην αξιοποίηση της μνήμης, της μνήμης των Θρακιωτών που εγκαταστάθηκαν στην Πιερία, στην προσωπική καταγραφή των πληροφορητών/ιστορητών πολλοί από τους οποίους δεν βρίσκονται σήμερα στη ζωή αφού είναι γεννημένοι στο τέλος του 19ου ή στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Γι’  αυτόν το λόγο το βιβλίο αποτελεί χρήσιμο και ανεκτίμητης αξίας εργαλείο για την μικροϊστορία της πόλης εφόσον στις 250 σελίδες του (32-287) παρελαύνουν εκατόν ένας προφορικοί αφηγητές (πρόσφυγες και γόνοι προσφύγων) περιγράφοντας τα στοιχειώδη του βίου τους: τόπος γέννησης, οικογενειακή κατάσταση,οικονομική κατάσταση, περιπέτειες εγκατάστασης, τρόπος ζωής στην θρακική πατρίδα, ψυχαγωγία και καθημερινός μικρόκοσμος (καφενεία, μαγαζιά, ποικίλες μνήμες). Ο κατάλογος των ονομάτων στα χωριά της Πιερίας (Πύδνα, Περίσταση, Κορινός, Αιγίνιο, Κίτρος) βοηθά τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τις ρίζες και τον αριθμό των προσφύγων στα μέρη μας ενώ το γλωσσάρι υπενθυμίζει τη ρίζα των τουρκικών λέξεων στην ονοματολογία των Θρακιωτών, στο λεξιλόγιο, στην επαγγελματική και καθημερινή ζωή του Έλληνα από τη Θράκη.

Ιδιαίτερα σημαντικές αποδεικνύονται οι προφορικές συνεντεύξεις των θρακιωτών της Κατερίνης σε ζητήματα που έχουν σχέση με τα προβλήματα της εγκατάστασης και οι μνήμες από την αντιμετώπιση των ντόπιων της πόλης. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως οι θρακιώτες είναι οι πρώτοι πρόσφυγες του 20ού αιώνα στην Πιερία (το πρώτο κύμα το 1912-1914 και το δεύτερο μετά την καταστροφή του 1922).

Θυμάται για παράδειγμα ο Παναγιώτης Αγατσιώτης: «Εκείνα τα χρόνια οι Θρακιώτες κάθε Κυριακή κάνανε χορό στο πάρκο. Το πάρκο τότε το λέγανε Κισλά. Τότε οι βλάχοι, όταν έβλεπαν τους Θρακιώτες, τρέχανε και μαζεύανε τα παιδιά τους λέγοντας ότι θα τα φάνε οι πρόσφυγες. Τα φοβερίζανε με την ιδέα του πρόσφυγα» (σ. 33). Η Σοφία Τσάπουρνα, κόρη του Φώτη Τσάπουρνα (1887-1963), αφηγείται τις περιπέτειες εγκατάστασης της οικογένειάς της από το Σχολάρι στη Θεσσαλονίκη και από κεί στην Κατερίνη: «Τους έφεραν στο πάρκο και τους έδωσαν πάλι τσαντίρια.» (σ. 251).

Ενδιαφέρον έχει η αυτοεικόνα των Θρακιωτών (αφήγηση Χρήστου Αϊδίνη, γεννημένου στα 1922): «Οι Θρακιώτες ήταν καλοί οικογενειάρχες, μερακλήδες, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες […] Επίσης θυμάμαι τα Αλώνια [σημερινή Νέα Ζωή] που ήταν Θρακιώτικα και μόλις ήρθαν οι Πόντιοι τα καταπλάκωσαν και τα πήραν δικά τους, όπου κάνανε και τα σπίτια τους» (σ. 39). Ο  Διονύσιος Δόκας θα πει: «Όταν ήρθαν οι Θρακιώτες τους ανοίξανε τα μάτια τους ντόπιους. Οι ντόπιοι δεν ξέρανε να κάνουνε τίποτα. Τους μάθανε να κάνουνε γιαούρτι, τυρί, πώς να ασχολούνται με τα ζαρζαβάτια και να καλλιεργούνε τη γη» (σ. 99).

Στην αποτίμηση του λόγου των πληροφορητών διακρίνει κανείς προκαταλήψεις και υποκειμενικές χρήσεις της ιστορικής μνήμης όπως για παράδειγμα οι αναφορές σε κόντρες με τους Τουρκόφωνους από τη Δράμα και με τους Ευαγγελικούς στην πόλη: Ο Θόδωρος Μπράτσιος αφηγείται: «Το 1924 ήρθαν και οι Ευαγγελικοί. Δεν είχαμε σχέσεις μαζί τους» (σ. 177). Από την άλλη, η Κυριακή Λυκιαρδοπούλου θα πει γι’  αυτούς πως «είναι καλοί άνθρωποι» (σ. 160).

Οι σχέσεις με τους Τούρκους κρίνονται σχεδόν από όλους  καλές, τόσο στα πρώτα χρόνια (1922-1923) όταν οι οικογένειες έμεναν μαζί αλλά και αργότερα, όταν ξανασυναντήθηκαν κάτω από άλλες ιστορικές συνθήκες, όπως στην αφήγηση του Κώστα Κεσανλή (σ. 147) ενώ χαρακτηριστική για τις φιλικές διανθρώπινες σχέσεις είναι και όσα αφηγείται η Δάφνη Κοντοκώστα-Πεντσίδου: «Ζούσαν πολύ αρμονικά με τους Τούρκους.» (σ. 207). Το ίδιο και η περιγραφή των αδελφών Σταθακόπουλου (σ. 227).

Διέθεταν και καταξιωμένες στην πόλη προσωπικότητες οι Θρακιώτες όπως ο δημοτικιστής δάσκαλος Δημήτρης Δρυτσάκης (1864-1949), ποδοσφαιριστές όπως ο λαοφιλής παίκτης του Πιερικού και της Εθνικής Ελλάδος Καμπάς, υπήρξαν  ακόμη πολιτικές φιλίες (με τον πατέρα του ηγέτη της Αριστεράς Λεωνίδα Κύρκου αλλά και με τον ίδιο τον Λεωνίδα όπως αφηγείται ο Καμπάς, σ.116), διέθεταν ακόμη οι Θρακιώτες και τους δικούς τους κοινοτικούς και δημαρχιακούς συμβούλους (Αποστολίδης, Καρανικόλας, Κεσανλής).

Ο Θανάσης Μισιτσάκης —που στην ουσία επιμελήθηκε και συνέθεσε το πόνημα όπως διαβάζουμε σε συνέντευξή του στον Αλέξανδρο Σωματαρίδη στο «Ολύμπιο Βήμα» τής 26/7/2013—  ετοιμάζεται απ’  όσο μού είπε για μια δεύτερη έκδοση του βιβλίου πράγμα που νομίζω ότι είναι σωστό για τρεις λόγους.

Ο πρώτος είναι τα αρκούντως πολλά ορθογραφικά και εκφραστικά λάθη τα οποία μια νέα έκδοση οφείλει να διορθώσει: Λύρες Αγγλίας αντί λίρες, κατατοπιές αντί κακοτοπιές, ΕΛΛΑΣ αντί για τον γνωστό μας ΕΛΑΣ, πανεπιστήμιο του Χρόνικελ αντί του Χρόνινγκεν(ή Γκρόνινγκεν, στα ολλανδικά Groningen), «τι κάνεις Μαρί» (έτσι αποδίδεται η λαϊκή έκφραση «τι κάνεις μαρή»), Καϊλάδια αντί Καϊλάρια (δηλαδή η Πτολεμαϊδα), δεκάδες φορές η γραφή Ιντζέκιου αντί του ορθού Ιντζέκιοϊ, δύμετρα αντί δίμετρα, τραμαγέρηδες αντί τραμβαγέρηδες, ναυτηλεία αντί ναυτιλία, τραγούσαν αντί τραγουδούσαν κλπ.

Ο δεύτερος λόγος είναι η ανάγκη ενός σχολιασμού των πληροφορητών με τις αναγκαίες υποσημειώσεις: ποιος γνωρίζει ανάμεσα στους σύγχρονους αναγνώστες πού βρίσκεται ο παλιός μύλος του Φώτα ή η παλιά Νομαρχία ή η παλιά αστυνομία; Για τις τοπωνυμίες αυτές (αλλά και για δεκάδες άλλες) χρειάζεται ο αναγκαίος συγχρονισμός με την τωρινή αίσθηση της κατοικημένης πόλης. 

Τέλος ο τρίτος λόγος της επανέκδοσης σχετίζεται με την ένταξη του λόγου των θρακιωτών πληροφορητών στην πιερική και κατερινιώτικη ιστορία. Ενώ δηλαδή το βιβλίο περιλαμβάνει εκτενέστατη αναφορά στον καταγωγικό χώρο της Θράκης (σελίδες 329-441), πληροφορίες που αντλήθηκαν από ανάλογες πληθωρικές εργασίες άλλων ιστορικών, απουσιάζει παντελώς (δεν υπάρχει ούτε μία δηλαδή!) η σχετική με την Πιερία ιστορική βιβλιογραφία, τόσο η γενική όσο και η ειδική. Κάποιος έπρεπε να υποδείξει στους μη ιστορικούς συντάκτες /οργανωτές του τόμου πως κάτι τέτοιο είναι αναγκαία προϋπόθεση για την σύνταξη παρόμοιας μελέτης.

Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη και ο ειδικός ρόλος των εκδόσεων, εν προκειμένω των εκδόσεων «Μάτι». Στην ταυτότητα του βιβλίου (σ. 4) αναγράφεται για παράδειγμα υπό την βαρύγδουπη ένδειξη «Επιμέλεια Ιστορικής Σειράς» το όνομα του συμπαθούς φιλόλογου Θεόδωρου Ζαπουνίδη. Σε συζήτηση με τον Θανάση Μισιτσάκη εάν συνεργάστηκε για κάποια μεθοδολογικά, φιλολογικά και ιστορικά ζητήματα με τον υπεύθυνο της σειράς έλαβα την αφοπλιστική απάντηση: «Ποιος είναι αυτός; Δεν τον γνωρίζω τον κύριο. Ουδέποτε συνεργαστήκαμε». Εάν ωστόσο είχε δει ο επιμελητής το κείμενο που συντόνισε ο Μισιτσάκης, ενδεχομένως να είχαν αποφευχθεί πολλά ατοπήματα και ίσως είχε βελτιωθεί αισθητά η ποιότητα της ωραίας ιδέας/τιμής στη θρακιώτικη μνήμη.

Κρατάμε λοιπόν ως παρακαταθήκη για τον ερευνητή της πόλης την όντως πολύτιμη καταγραφή των μαρτυριών που μάς έδωσαν οι θρακιώτες πρόσφυγες και αναμένουμε με ενδιαφέρον την επανέκδοση του βιβλίου!